Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Ενεργειακά διλήμματα για την οικονομία και τις τοπικές κοινωνίες


 
Αχιλλέας Πληθάρας*

Ο ενεργειακός χάρτης της Ευρώπης αλλάζει ραγδαία. Η ανάληψη σειράς δεσμεύσεων για την μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, το τραγικό ατύχημα στην Φουκουσίμα που επιβάλλει αλλαγές στο πυρηνικό πρόγραμμα πολλών κρατών μελών της ΕΕ, και η ανάγκη για μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενους πόρους, όπως το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο, καθιστούν πρώτη προτεραιότητα την μαζική προώθηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) παντός είδους. Παράλληλα, μέγιστη προσπάθεια θα πρέπει να καταβληθεί για την μεγιστοποίηση της εξοικονόμησης ενέργειας σε όλους τους τομείς. Σε αυτή την διαδικασία, απαιτείται ανάπτυξη τεχνογνωσίας και καινοτομιών. Θα κερδίσουν όσοι προχωρήσουν πρώτοι, ενώ οι δεύτεροι θα αποκομίσουν σαφώς λιγότερα οφέλη.
Ενέργεια στην Ελλάδα
Στα καθ’ ημών, η φαντασίωση για την εγκατάσταση και λειτουργία πετρελαιαγωγών, την ανακάλυψη και εκμετάλλευση πετρελαϊκών κοιτασμάτων και την μετατροπή της Ελλάδας σε χώρα του ΟΠΕΚ, πιθανότατα θα παραμείνει (ορθώς) στη φαντασία μιας μερίδας ανθρώπων.. Αυτό, βέβαια, δεν αναιρεί το γεγονός πως η Ελλάδα χρειάζεται να αναλάβει εναλλακτικά μέτρα, καθώς εξακολουθεί να παραμένει άκρως εξαρτημένη από τον εισαγόμενο μαύρο χρυσό.
Ο λιγνίτης ήδη σήμερα, αλλά ιδιαίτερα από το 2013, δεν αποτελεί οικονομικά συμφέρουσα επιλογή, λόγω του κόστους εμπορίας ρύπων, των παρωχημένων τεχνολογιών και του κόστους εξόρυξης, χωρίς μάλιστα να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός πως το εγχώριο αυτό καύσιμο παραδίδεται δωρεάν στη ΔΕΗ ΑΕ. Πέραν αυτού, η συμβολή του στην διόγκωση της κλιματικής αλλαγής, οι δεσμεύσεις μας για περιορισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και τα μεγάλα προβλήματα που αυτός δημιουργεί στη δημόσια υγεία και το περιβάλλον καθιστούν επιτακτική την σημαντική μείωση της συμμετοχής του λιγνίτη στην παραγωγή ηλεκτρισμού, με απώτερο στόχο τον εξοβελισμό του από το ενεργειακό μίγμα σε ένα εύλογο βάθος χρόνου (2030-2035).
Η διείσδυση του φυσικού αερίου προχωρά με σημαντικούς ρυθμούς, ιδιαίτερα στον οικιακό τομέα, ενώ δρομολογούνται οι διαδικασίες για κατασκευή και λειτουργία μονάδων παραγωγής ηλεκτρισμού από φυσικό αέριο, ισχύος σχεδόν 2.100 MW. Το φυσικό αέριο παραμένει εισαγόμενο καύσιμο, πράγμα που κάνει εξαιρετικά επισφαλή τη χρήση του με οικονομικούς όρους. Επιπλέον, δεν πρέπει να αγνοείται πως το φ.α. παραμένει ένα ορυκτό καύσιμο που εκπέμπει σημαντικές ποσότητες αερίων θερμοκηπίου. Κατά την άποψη της οργάνωσης, το μέγιστο της χρήσης φ.α θα πρέπει να συμβαίνει το αργότερο έως το 2020-2025 ώστε στη συνέχεια να μειώνεται η συμμετοχή του, ανοίγοντας το δρόμο στις εγχώριες, καθαρές και άφθονες πηγές που διαθέτουμε, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Πραγματικά, σήμερα οι ΑΠΕ φαντάζουν ως η κύρια διέξοδος για ένα σίγουρο ενεργειακό μέλλον της χώρας, και ευτυχώς αυτήν την ‘αρχή’ ενστερνίζεται η πλειονότητα των πολιτών και των πολιτικών σχηματισμών.
Η κατάσταση των ΑΠΕ στην Ελλάδα
Η Ελλάδα έχει δεσμευτεί να αυξήσει τη συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) έτσι ώστε το 2020 οι ΑΠΕ να συμμετέχουν κατά 20% στην τελική κατανάλωση ενέργειας. Αυτό έχει συνέπειες ιδιαίτερα στην ηλεκτροπαραγωγή, όπου η συμβολή των ΑΠΕ θα πρέπει να αποτελεί τουλάχιστον το 35-40%.
Πρόκειται για μια αναμφισβήτητα θετική κίνηση (πάντα σε επίπεδο αρχών) ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψη οι οικονομικές ωφέλειες από την προώθηση των ΑΠΕ.
Για παράδειγμα, σύμφωνα με την έκθεση του WWF Ελλάς και του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών «Πράσινα μέτρα στην Ελλάδα: αξιολόγηση οφέλους/κόστους από την υλοποίηση σειράς δράσεων προώθησης των ανανεώσιμων πηγών (ΑΠΕ) και της εξοικονόμησης ενέργειας» αποδεικνύεται πως η ανάληψη πράσινων δράσεων στον ελλαδικό χώρο δεν θα ωφελήσει μόνο το περιβάλλον, αλλά πολύ περισσότερο την χειμαζόμενη οικονομία. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, αν στην δεκαετία 2010-2020 αναληφθούν σοβαρές πρωτοβουλίες για την προώθηση των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή και για την εξοικονόμηση ενέργειας στις μεταφορές και τα κτίρια, υπάρχουν οι δυνατότητες για δημιουργία δεκάδων χιλιάδων νέων θέσεων εργασίας (τουλάχιστον 240.000) και για εξοικονόμηση εκατομμυρίων ευρώ από την μειωμένη κατανάλωση ορυκτών καυσίμων και την αποφυγή έκλυσης αερίων θερμοκηπίου. Ειδικά για τις ΑΠΕ, η διείσδυση τους κατά 35% στο ενεργειακό μίγμα θα προσθέσει περίπου 30.000 νέες θέσεις, έχοντας ως βασική προϋπόθεση τη δημιουργία εγχώριας βιομηχανίας παραγωγής εξοπλισμού (ανεμογεννήτριες, φ/β πλαίσια). Εκτιμάται ότι η προώθηση των ΑΠΕ θα απαιτήσει επενδύσεις σχεδόν €11 δις έως το 2020, ενώ για κάθε ευρώ που επενδύεται στις ΑΠΕ παντός είδους προκύπτει πως θα παρουσιαστεί όφελος της τάξης των 2,4€.
Εννοείται, βέβαια, ότι η προώθηση των ΑΠΕ θα πρέπει να διεξαχθεί παράλληλα με την εξάντληση όλων των περιθωρίων μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας και βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.
ΑΠΕ και τοπικές κοινωνίες
Σήμερα οι συνθήκες φαντάζουν πιο ώριμες από ποτέ για την προώθηση των ΑΠΕ, ιδίως αν λάβουμε υπόψη τα αποτελέσματα έρευνας κοινής γνώμης του WWF Ελλάς που δείχνει πως η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών τάσσεται υπέρ των ΑΠΕ και, μάλιστα, σε ποσοστό 58% υποστηρίζει πως η προώθησή τους θα πρέπει να είναι το κύριο μέλημα της κυβέρνησης. Το 89% τάσσεται υπέρ της σταδιακής ή άμεσης απαγόρευσης λιγνίτη.
Η στάση των Ελλήνων, όπως αποτυπώνεται στην έρευνα, καταρρίπτει τον μύθο του συνδρόμου «όχι στην αυλή μου». Ειδικά για την αιολική ενέργεια, όπου επικεντρώνεται η πληθώρα των δημόσιων αντιπαραθέσεων, η έρευνα καταλήγει σε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Έτσι, θετική στάση κρατούν οι πολίτες και στο θέμα της σχέσης αιολικών πάρκων και τουρισμού, καθώς σε ποσοστό 64% θεωρούν ότι η εγκατάσταση αιολικών πάρκων θα ωφελήσει τον τουρισμό. Επίσης, σε ποσοστό 75% πιστεύουν ότι τα αιολικά πάρκα θα φέρουν νέες θέσεις εργασίας στις περιοχές εγκατάστασης, ενώ το 62% των Ελλήνων θεωρεί πως δεν θα αλλοιωθεί η ομορφιά του τοπίου από την εγκατάσταση αιολικών. Τέλος, το 67% των Ελλήνων θεωρεί πως το περιβάλλον στις περιοχές εγκατάστασης δεν θα υποβαθμιστεί, ενώ το 40% των πολιτών θεωρεί πως η αξία της γης δεν θα επηρεαστεί από τα αιολικά.
Υπάρχουν βέβαια και θα συνεχίσουν να υπάρχουν αυτοί που αντιδρούν, άλλες φορές με δίκαια αιτήματα, άλλες φορές με άδικα.
Υπάρχουν αρκετά ψεύτικα διλλήματα γύρω από την προώθηση των ΑΠΕ, που προτάσσουν περιβαλλοντικές και κοινωνικές ενστάσεις κατά της χωροθέτησης έργων, όταν επί της ουσίας οι λόγοι είναι διαφορετικοί και αφορούν, κυρίως, το φόβο για μείωση της αξίας γης, αισθητικές αντιρρήσεις, ελλιπή ενημέρωση, σύγκρουση τοπικών μικροσυμφερόντων, καθώς και «απέχθεια» για κάθε τι ιδιωτικό.
Υπάρχουν όμως και μερικά υπαρκτά διλλήματα, που πρέπει να εξεταστούν ενδελεχώς και να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Πρόκειται για διλλήματα που προκύπτουν εξαιτίας των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που μπορεί ένα έργο να φέρει (κυρίως στην ορνιθοπανίδα και σε προστατευόμενες περιοχές), της αλλοίωσης μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς, και σαφέστατα εξαιτίας κακών πρακτικών του παρελθόντος. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, βέβαια, ίσως είναι η πασιφανής δυσπιστία των πολιτών προς τη δημόσια διοίκηση και τους επενδυτές, όπως αυτή προκύπτει βάσει της πρότερης και παρούσης εμπειρίας, των συνθηκών αδιαφάνειας που επικρατούν σε ορισμένα κρίσιμα στάδια της αδειοδοτικής διαδικασίας και της απουσίας επαρκούς ελέγχου σωστής λειτουργίας.
Το στοίχημα και ερώτημα είναι πως θα διορθωθούν τα κακώς κείμενα, πως θα μειωθούν οι αντιδράσεις και πως θα ενημερωθούν σωστά και υπεύθυνα οι πολίτες, γιατί χωρίς κοινωνική αποδοχή σε επίπεδο τοπικής κοινωνίας τίποτα δεν πρόκειται να προχωρήσει. Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι αλλαγή του παραδείγματος (paradigm shift), αλλαγή δηλαδή όλων των νοσηρών φαινομένων που κατατρέχουν την κοινωνικοοικονομική ζωή του τόπου και τώρα κατακλύζουν σιγά-σιγά και τις πράσινες δράσεις.
Μετά το νόμο 3851/2010 για τις ΑΠΕ
Ο νέος νόμος 3851/2010 για την προώθηση των ΑΠΕ υποτίθεται πως θα δώσει νέα ώθηση στην συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα της χώρας, ώστε να καταστεί δυνατή η υλοποίηση του στόχου της χώρας έως το 2020. Σήμερα, σχεδόν ένα χρόνο μετά την ψήφισή του, είναι πολύ νωρίς ώστε να γίνει μια αξιόπιστη εκτίμηση για την επιτυχία του. Μπορούν, όμως, να καταγραφούν τάσεις και να διαπιστωθούν τυχόν προβλήματα των διαδικασιών για την προώθηση των ΑΠΕ.
Παρατηρείται, λοιπόν, πως μέσα στο 2010 -προφανώς μέσα από την δημιουργία του σχετικού θετικού κλίματος που δημιούργησε η προπαρασκευή και ψήφιση του νέου νόμου- αυξήθηκαν σημαντικά οι αιτήσεις για άδειες παραγωγής ηλεκτρισμού από ΑΠΕ. Σύμφωνα με στοιχεία του ΥΠΕΚΑ μέσα στο 2010 κατατέθηκαν αιτήσεις για σχεδόν 14.500 MW και έτσι οι συνολικές αιτήσεις αθροίζουν πλέον στα εξωπραγματικά 72.775 MW (οι αιτήσεις για αιολικά πάρκα αντιστοιχούν στο 85% των αιτήσεων).
Παρατηρείται, επίσης, πως η ΡΑΕ εμφανίζεται να δίνει άδειες παραγωγής για 10.500 MW μόνο το 2010, όταν όλο το προηγούμενο διάστημα οι άδειες παραγωγής δεν αφορούσαν περισσότερα από 8.400 MW. Επιπλέον, τους 2 πρώτους μήνες του 2011 η ΡΑΕ έδωσε πρόσθετες άδειες παραγωγής για άλλα σχεδόν 1.300 MW, και έτσι τώρα τα έργα με άδεια παραγωγής αθροίζουν στα επίσης εξωπραγματικά 19.000 MW. Το μερίδιο του λέοντος καταλαμβάνει η αδειοδότηση αιολικών πάρκων (πάνω από 15.300 MW).
Σε αντίθεση με τον ορυμαγδό αιτήσεων και αδειοδοτήσεων, το 2010 προστέθηκαν μόλις 290 MW ΑΠΕ στο σύστημα για να φτάσουν συνολικά στα 1.736 MW.
Κατά πόσο οι παραπάνω αριθμοί συνάδουν με το πλαίσιο κίνησης της Πολιτείας, δηλαδή με το που βρισκόμαστε και το που πρέπει να πάμε; Χονδρικά έως το 2020 απαιτείται η εγκατάσταση περίπου 8 – 12.000 MW από έργα ΑΠΕ παντός είδους. Ακόμα και αυτό το νούμερο όμως είναι υπό αίρεση, καθώς όλα θα εξαρτηθούν από τη δυνατότητα της Πολιτείας και του ΔΕΣΜΗΕ (σε συνεργασία με τη ΔΕΗ και ιδιώτες ηλεκτροπαραγωγούς) να εκσυγχρονίσουν και αναπτύξουν περαιτέρω το δίκτυο ηλεκτρισμού που σήμερα βρίσκεται σε κάκιστη κατάσταση και δεν μπορεί να αντέξει πάνω από 5-6.000 MW ισχύος από ΑΠΕ.
Παρά τα δομικά προβλήματα στην ένταξη των ΑΠΕ, παρατηρείται μια πρωτοφανής βιασύνη στην αδειοδότηση ολοένα και περισσότερων έργων (σημειώνεται πως τα έργα με άδεια παραγωγής υπερβαίνουν κατά πολύ τις δυνατότητες του συστήματος να τα αντέξει σε βάθος 15ετίας). Αυτό το γεγονός όμως ενδέχεται να προκαλέσει ποικίλα προβλήματα, από την δημιουργία ενός καθεστώτος αδιαφάνειας στην επιλογή των έργων που τελικά θα λειτουργήσουν και την διαιώνιση του πελατειακού συστήματος, μέχρι την αύξηση των αντιδράσεων στις τοπικές κοινωνίες και την πριμοδότηση κακών επενδύσεων σε οικονομικούς ή/και περιβαλλοντικούς όρους.
Έτσι, παρά την ψήφιση του νέου νόμου για την προώθηση των ΑΠΕ, δεν μπορεί να υποστηριχθεί επαρκώς η πεποίθηση πως ο νόμος θα λύσει τα χρόνια και δισεπίλυτα προβλήματα που έχουν συντελέσει σε καθυστερήσεις και προκλητικές κινήσεις ένθεν κακείθεν. Η απουσία κρίσιμων εργαλείων χάραξης μιας ορθής πολιτικής για τις ΑΠΕ (π.χ. δασικοί χάρτες, πληροφορίες για την βιοποικιλότητα), η ελλιπής στελέχωση των δημοσίων αρχών, οι χτυπητές αδυναμίες του δικτύου, η έλλειψη επαρκούς και διαφανέστατης διαδικασίας διαβούλευσης με τις τοπικές κοινωνίες, η αδυναμία της Πολιτείας να καταστήσει τον στόχο για τις ΑΠΕ εθνικό στοίχημα, οι κακές πρακτικές μερίδας επενδυτών στα πλαίσια της φρενίτιδας που έχει ξεσπάσει γύρω από τις ΑΠΕ και ο πλημμελής προγραμματισμός για το είδος και το πλήθος έργων που απαιτεί η ελληνική κοινωνία και οικονομία, θέτουν σε αμφιβολία την επιτυχή προώθηση των ανανεώσιμων πηγών και απειλούν να ακυρώσουν την ελπιδοφόρα στροφή της Ελλάδας σε μια «πράσινη και ανταγωνιστική» οικονομία.
Στα επόμενα δυο χρόνια θα είμαστε σε θέση να κρίνουμε επί της ουσίας την αποτελεσματικότητα του νέου νόμου για τις ΑΠΕ, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως δεν πρέπει να γίνουν από σήμερα κιόλας ορισμένες γενναίες διορθωτικές κινήσεις, όπως πχ. η κατάστρωση οδηγιών υποχρεωτικής διαβούλευσης με τις τοπικές κοινωνίες και η πριμοδότηση έργων στα οποία μετέχουν ως ισάξιοι εταίροι (με καλό ποσοστό) οι τοπικές κοινωνίες, η φειδωλή αδειοδότηση έργων ΑΠΕ σε περιοχές Natura 2000, έως ότου εκδοθούν οι κατάλληλες διαχειριστικές μελέτες για την ασφάλεια των προστατευόμενων ειδών, η θέσπιση αξιολόγησης των αθροιστικών επιπτώσεων από την κατασκευή έργων ΑΠΕ (και όχι μόνο) σε μια περιοχή, η διεξαγωγή έρευνας σε επίπεδο περιφέρειας για την φέρουσα ικανότητα χωροθέτησης έργων ΑΠΕ, βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων και σεναρίων, η κατάλληλη επιμόρφωση και επάνδρωση των διοικητικών μηχανισμών και η θωράκιση τους απέναντι σε πιέσεις πολιτικής ή οικονομικής χροιάς κοκ.
Σε κάθε περίπτωση, οι περιορισμοί που τίθενται στην ανάπτυξη των ΑΠΕ λόγω τεχνικών δυσκολιών επιβάλλουν τη σοβαρή μελέτη, εκ μέρους του επισπεύδοντος Υπουργείου, μιας εναλλακτικής πρότασης τόσο για την διαδικασία προώθησης των ΑΠΕ όσο και για την πρόκριση και χωροθέτηση έργων ΑΠΕ με κεντρικό σχεδιασμό, ακολουθώντας το παράδειγμα των θαλασσίων αιολικών πάρκων, όπου κάθε περιφέρεια θα υποδεικνύει συγκεκριμένες περιοχές χωροθέτησης έργων ΑΠΕ, οι οποίες στη συνέχεια θα δημοπρατούνται βάσει τεχνικοοικονομικών προδιαγραφών.
Εν κατακλείδι, η αντίδραση αποτελεί αναφαίρετο δημοκρατικό δικαίωμα, αλλά όταν καθίσταται στείρα δεν βοηθά κανέναν. Η κατάθεση πολιτικών προτάσεων και ο ορισμός εναλλακτικών σχεδίων οφείλει να γίνει με καλή τεκμηρίωση, ώστε να καταστούν κτήμα και αίτημα της πλειονότητας των ελλήνων πολιτών.
Η διάχυση των οικονομικών ωφελειών από την επέκταση των έργων ΑΠΕ στο σύνολο της κοινωνίας είναι μια βασική στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει η Πολιτεία και το σύνολο των πολιτικών σχηματισμών, χωρίς βέβαια να υιοθετούνται σενάρια πολιτικώς ακροβατούντα. Για παράδειγμα, η ανάδειξη και η πίεση για τη δημιουργία κοινοπρακτικών σχημάτων ή/και εταιριών λαϊκής βάσης σε πράσινα έργα (ακολουθώντας το παράδειγμα της Δανίας) φαντάζει μια λογική ενέργεια που μπορεί να διασφαλίσει την ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών όχι μόνο στο κόστος, αλλά και στα αναμενόμενα κέρδη.
Η μετάβαση της Ελλάδας σε μια οικονομία χαμηλής έντασης άνθρακα θα την ωφελήσει σε κοινωνικό, οικονομικό και περιβαλλοντικό επίπεδο. Μην αφορίζουμε τον προορισμό, αλλά ας δουλέψουμε όλοι μαζί για να επιτευχθούν οι απαιτούμενες αλλαγές στη χάραξη της διαδρομής προς τα εκεί.

* υπεύθυνος εκστρατειών WWF Ελλάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου